Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξαίρεση οι εξαιρέσεις
      γενική της εξαίρεσης
& εξαιρέσεως
των εξαιρέσεων
    αιτιατική την εξαίρεση τις εξαιρέσεις
     κλητική εξαίρεση εξαιρέσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαίρεση < αρχαία ελληνική ἐξαίρεσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈkse.ɾe.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξαίρεση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαιρώ
  2. (πληροφορική) exception: σφάλμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχειρείται διαίρεση με το μηδέν ή πληκτρολόγηση κειμένου σε αριθμητική μεταβλητή. Σφάλμα που δεν έχει προβλεφτεί η αντιμετώπισή του.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία