Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

exception (en)

  1. η εξαίρεση
  2. η ένσταση (με την οποία ζητείται η επανεξέταση μιας απόφασης)
    at the end of the trial, the attorney had to submit a written "bill of exceptions" listing all the exceptions which he intended to appeal upon, which the judge then signed and sealed, making it part of the trial record (από το λήμμα της αγγλόφωνης Βικιπαίδειας Objection (law)
  3. (πληροφορική) εξαίρεση, σφάλμα κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχειρείται διαίρεση με το μηδέν ή πληκτρολόγηση κειμένου σε αριθμητική μεταβλητή.
    η διαχείριση εξαιρέσεων στον προγραμματισμό ονομάζεται: exception handling

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛp.sjɔ̃/
exception 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
exception exceptions

exception (fr) θηλυκό

  1. η εξαίρεση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία