Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wyjątek (pl) αρσενικό

  1. (πληροφορική), (κοινά) η εξαίρεση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία