Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενυστάζω < ξε και νυστάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξενυστάζω

  1. κάνω κάτι για να μου φυγει η νύστα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία