Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεπερνώ < ξε- + περνώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεπερνώ

  1. πηγαίνω πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, υπερβαίνω κάποιο όριο
    η φετεινή νεροποντή ξεπέρασε κάθε προηγούμενη
  2. αποδεικνύομαι καλύτερος από κάποιον άλλον
    τον ξεπερνάει στο τρέξιμο τον Βαγγέλη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία