Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας surpass
γ΄ ενικό ενεστώτα surpasses
αόριστος surpassed
παθητική μετοχή surpassed
ενεργητική μετοχή surpassing

  Ετυμολογία Επεξεργασία

surpass < μέση γαλλική surpasser. Μορφολογικά αναλύεται σε sur- + pass

  ΡήμαΕπεξεργασία

surpass (en)

  ΠηγέςΕπεξεργασία