Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μηδέν
γενική μηδενός
αιτιατική μηδέν
κλητική μηδέν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηδέν < αρχαία ελληνική μηδὲ + ἕν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /miˈðεn/

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

μηδέν και μηδενικό

  1. αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας.
  2. (μαθηματικά) (δεκαδικό σύστημα) Αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά του.
    Είκοσι γράφεται με ένα δυάρι που ακολουθείται από ένα μηδέν.
    Ένα τεσσάρι μαζί με τρία μηδενικά διαβάζεται τέσσερις χιλιάδες.
  3. (μεταφορικά) Λέγεται για κάποιον ανίκανο, που δεν αξίζει τίποτα.
    Είναι ένα μηδἐν
  4. (σχολική βαθμολογία) Σχολικός βαθμός που υποδηλώνει έναν κακό μαθητή.
  5. (φυσική) Σε μερικές κλίμακες, δείχνει την θερμοκρασία στην οποία λιώνει ο πάγος.
    Η θερμοκρασία έπεσε στο μηδέν, κάτω από το μηδέν.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • σύμβολο 0
  • τα ψηφία: 0   1   2   3   4   5   6   7   8   9

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Ανίκανος, ανάξιος

Κακός βαθμός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία