Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκμηδενίζω < εκ + μηδενίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛk.mi.ðɛ.ˈni.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκμηδενίζω

  1. μειώνω μια ποσότητα τόσο πολύ ώστε να πλησιάσει στο μηδέν
    Η ζώνη ασφαλείας έχει μειώσει σημαντικά, αλλά όχι εκμηδενίσει την πιθανότητα θανάτου σε τροχαίο ατύχημα.
  2. εξαφανίζω, καταστρέφω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία