Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηδενισμός οι μηδενισμοί
      γενική του μηδενισμού των μηδενισμών
    αιτιατική τον μηδενισμό τους μηδενισμούς
     κλητική μηδενισμέ μηδενισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηδενισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nihilisme < λατινική nihil

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηδενισμός αρσενικό

  1. (μαθηματικά) η αναγωγή στο μηδέν
  2. η βαθμολόγηση του γραπτού ενός μαθητή με μηδέν
  3. (φιλοσοφία) η θεωρία σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μια απόλυτη πραγματικότητα και κάτι που αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθήσεων δεν έχει φυσική υπόσταση που φτάνει στα όρια του σκεπτικισμού ή του αγνωστικισμού
  4. (φιλοσοφία) η θεωρία σύμφωνα με την οποία αρνούνται οι παραδεδεγμένες αξίες
  5. (πολιτική) πολιτική θεωρία που επιδιώκει την καταστροφή κάθε θρησκευτικού, κοινωνικού, πολιτικού οργάνου
  6. η επαναστατική κίνηση της ρωσικής ιντελιγκέντσιας που εκδηλώθηκε γύρω στο 1860, αρνούμενη τις αξίες της προηγούμενης γενιάς, με σκοπό την ανατροπή της τσαρικής εξουσίας και την αναδόμηση της κονωνίας με τρομοκρατικές μεθόδους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία