Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μηδενικότητα οι μηδενικότητες
      γενική της μηδενικότητας των μηδενικοτήτων
    αιτιατική τη μηδενικότητα τις μηδενικότητες
     κλητική μηδενικότητα μηδενικότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηδενικότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηδενικότητα θηλυκό

  1. ανυπαρξία, μη ύπαρξη, μη υπόσταση
  2. (μεταφορικά) για κάτι ποταπό, ανήθικο, μη αξιακό, μηδαμινό, ασήμαντο, ανούσιο, μάταιο, άκαρπο, ασύμφορο, μη αποδοτικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία