Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

born (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος bear

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • born (somewhere/in a country) to (someone/parents)