Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προσανατολισμός οι προσανατολισμοί
      γενική του προσανατολισμού των προσανατολισμών
    αιτιατική τον προσανατολισμό τους προσανατολισμούς
     κλητική προσανατολισμέ προσανατολισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσανατολισμός < προσανατολίζω + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική orientation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσανατολισμός αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η στροφή προς την ανατολή
  2. γνώση ή εντοπισμός των σημείων του ορίζοντα στο χώρο που βρισκόμαστε
  3. γνώση ή αναγνώριση του τι υπάρχει σε κάθε μία από τις κατευθύνσεις (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) που μπορούμε να επιλέξουμε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία