Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νετρόνιο νετρόνια
γενική νετρονίου νετρονίων
αιτιατική νετρόνιο νετρόνια
κλητική νετρόνιο νετρόνια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νετρόνιο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νετρόνιο ουδέτερο

  1. (φυσική) σωματίδιο χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, με μάζα λίγο μεγαλύτερη από ενός πρωτονίου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία