Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Kern die Kerne
γενική des Kerns
des Kernes
der Kerne
δοτική dem Kern den Kernen
αιτιατική den Kern die Kerne

Kern (de) αρσενικό

  1. πυρήνας
  2. κουκούτσι
  3. το βασικό στοιχείο ενός προβλήματος, θέματος, κ.α.