Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εντυπωσιακός η εντυπωσιακή το εντυπωσιακό
      γενική του εντυπωσιακού της εντυπωσιακής του εντυπωσιακού
    αιτιατική τον εντυπωσιακό την εντυπωσιακή το εντυπωσιακό
     κλητική εντυπωσιακέ εντυπωσιακή εντυπωσιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εντυπωσιακοί οι εντυπωσιακές τα εντυπωσιακά
      γενική των εντυπωσιακών των εντυπωσιακών των εντυπωσιακών
    αιτιατική τους εντυπωσιακούς τις εντυπωσιακές τα εντυπωσιακά
     κλητική εντυπωσιακοί εντυπωσιακές εντυπωσιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εντυπωσιακός < εντύπωση + -ακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εντυπωσιακός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία