Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τύπτω < αρχαία ελληνική τύπτω με σπάνια χρήση στα νέα ελληνικά

  ΡήμαΕπεξεργασία

τύπτω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με τύπτει η συνείδησή μου: έχω τύψεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)teu-p- (χτυπώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

τύπτω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία