Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θλίψη οι θλίψεις
      γενική της θλίψης
& θλίψεως
των θλίψεων
    αιτιατική τη θλίψη τις θλίψεις
     κλητική θλίψη θλίψεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θλίψη < μεσαιωνική ελληνική θλίψη < αρχαία ελληνική θλῖψις < θλίβω / φλίβω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bhlig- (χτυπώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθli.psi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θλίψη θηλυκό

  1. η λύπη, ο ψυχικός πόνος
     συνώνυμα: οδύνη, πίκρα, στεναχώρια
    νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι
  2. η ψυχική πίεση
    δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη
  3. (σπάνιο) (λόγιο) πίεση, σύνθλιψη
  4. (σπάνιο) (λόγιο) στείψιμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία