Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

θλίψεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
  2. θα θλίψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θλίβω

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

θλίψεις θηλυκό

  1. θλίψη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού