Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θλῖψις < αρχαία ελληνική θλῖψις < θλίβω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θλῖψις θηλυκό

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θλῖψις < αρχαία ελληνική θλίβω + -σις

  ΡήμαΕπεξεργασία

θλῖψις

  1. πίεση
  2. (μεταφορικά) θλίψη [1]

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Liddell, Henry George. Scott, Robert, Αν. Κωνσταντινίδης (εκδ.) Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης. Μετάφραση: Ξενοφών Π. Μόσχος. Επιμέλεια: Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Τυπογραφικά Καταστήματα Ανέστη Κωνσταντινίδη (1901-1906). Ανατύπωση: Ι. Σιδέρης, χ.χ. Τόμοι 4. - online στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μαθηματικών