Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Kummer -
γενική des Kummers -
δοτική dem Kummer -
αιτιατική den Kummer -

Kummer (de) αρσενικό