Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τύμπανο τα τύμπανα
      γενική του τυμπάνου
τύμπανου
των τυμπάνων
    αιτιατική το τύμπανο τα τύμπανα
     κλητική τύμπανο τύμπανα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπαν(ον) με κατάληξη -ο
για τον όρο της ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tympan > λατινικά tympanum < αρχαία ελληνική τύμπανον[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtim.ba.no/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τύμπανο ουδέτερο

  1. (μουσικό όργανο) κυλινδρικό κρουστό όργανο που παράγει ήχο από τον παλμό μεμβράνης στερεωμένης σε μεταλλικό ή άλλο κοίλο αντηχείο
  2. (ανατομία) ημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί
  3. (αρχιτεκτονική
    1. (αρχαιολογία))
      1. η εσωτερική επιφάνεια στο αέτωμα με σχήμα τριγώνου
      2. τύμπανο κίονος
        δείτε τη λέξη ἐμβάτης
    2. στις ρομανικές και γοτθικές εκκλησίες, χώρος ανάμεσα στο ζύγωμα και το περίτοξο μιας πύλης
    3. κάθε επιφάνεια πάνω από το άνοιγμα στην πρόσοψη κτιρίου, συνήθως τριγωνικού σχήματος
    4. κυκλικός ή ελλιπτικός ή πολυγωνικός τοίχος που στηρίζει τον τρούλο ναών ή το θόλο
  4. (τεχνολογία) κύλινδρος πρέσας ή άλλος κύλινδρος μηχανήματος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • τούμπανο (λαϊκότροπο, για το μουσικό όργανο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία