Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γοτθικός γοτθική γοτθικό
γενική γοτθικού γοτθικής γοτθικού
αιτιατική γοτθικό γοτθική γοτθικό
κλητική γοτθικέ γοτθική γοτθικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γοτθικοί γοτθικές γοτθικά
γενική γοτθικών γοτθικών γοτθικών
αιτιατική γοτθικούς γοτθικές γοτθικά
κλητική γοτθικοί γοτθικές γοτθικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γοτθικός < ελληνιστική κοινή < Γότθος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γοτθικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τους Γοτθους
  2. (στην τέχνη) που αναφέρεται σε ρυθμούς και χαρακτηριστικά της τέχνης των τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα
    η Παναγία των Παρισίων είναι ναός γοτθικού ρυθμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία