Δείτε επίσης: γότθος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Γότθος οι Γότθοι
      γενική του Γότθου των Γότθων
    αιτιατική τον Γότθο τους Γότθους
     κλητική Γότθε Γότθοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γότθος < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣɔt.θɔs/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Γότθος αρσενικό

  • (εθνικό όνομα, ιστορία) μέλος του ομώνυμου ανατολικού γερμανικού φύλου των Γότθων που δημιούργησε πολλά προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της ύστερης αρχαιότητας με πολέμους και διαδοχικές εισβολές στο έδαφός της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία