Arrows blue.png Δείτε επίσης: κάνονας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κανόνας οι κανόνες
      γενική του κανόνα των κανόνων
    αιτιατική τον κανόνα τους κανόνες
     κλητική κανόνα κανόνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανόνας < αρχαία ελληνική κανών

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ˈnɔ.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανόνας αρσενικό

  1. ρυθμίσεις, νόμοι η άλλες αρχές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάτι
  2. γενική αρχή που περιγράφει τη λειτουργία της φύσης, των μαθηματικών, κλπ
  3. αυτό που είναι το συνηθισμένο, που συνήθως συμβαίνει, σε αντίθεση με την εξαίρεση
  4. τα βιβλία της Βίβλου που θεωρούνται γνήσια από την Εκκλησία
  5. μακρύ ορθογώνιο όργανο συνήθως από ξύλο ή μέταλλο που χρησιμοποιείται για τη χάραξη ευθειών γραμμών
  6. εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά με τις εννέα ωδές της Βίβλου
  7. μουσικό είδος στο οποίο η μελωδία επαναλαμβάνεται από άλλες φωνές που ξεκινάνε σε τακτά χρονικά διαστήματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία