Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανονάρχης κανονάρχες
γενική κανονάρχη κανοναρχών
αιτιατική κανονάρχη κανονάρχες
κλητική κανονάρχη κανονάρχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανονάρχης < ελληνιστική κοινή κανονάρχης (πρωτοψάλτης)[1] Συγχρονικά αναλύεται σε κανόν(ας) + -άρχης. Δείτε και κανόναρχος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.nɔˈnaɾ.çis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανονάρχης

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία