Δείτε επίσης: κανονισμός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κανόνισμα τα κανονίσματα
      γενική του κανονίσματος των κανονισμάτων
    αιτιατική το κανόνισμα τα κανονίσματα
     κλητική κανόνισμα κανονίσματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανόνισμα < κανονίζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανόνισμα ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική κανόνισμα κανονίσματε κανονίσματα
Γενική κανονίσματος κανονισμάτοιν κανονισμάτων
Δοτική κανονίσματι κανονισμάτοιν κανονίσμασι
Αιτιατική κανόνισμα κανονίσματε κανονίσματα
Κλητική κανόνισμα κανονίσματε κανονίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανόνισμα < αρχαία ελληνική κανονίζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανόνισμα ουδέτερο

  1. (ελληνιστική κοινή) χάρακας
  2. (ελληνιστική κοινή) (γραμματική) γραμματικός κανόνας