Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάννα κάννα κάνναι
Γενική κάννης κάνναιν καννῶν
Δοτική κάνν κάνναιν κάνναις
Αιτιατική κάνναν κάννα κάννας
Κλητική κάννα κάννα κάνναι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάννα < ακκαδική 𒄀 (qanû: καλάμι) < σουμεριακή 𒄀𒈾 (gi.na) πιθανώς όμως να είναι προελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάννα θηλυκό

  1. καλάμι
    [<κάλλα> ἢ] <κάννα>· κάλαμος (Ησύχιος, Γλώσσαι/Κ)
  2. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε κατασκευάζεται από καλάμι: αυλός, καλαμωτή περίφραξη
  3. (πληθυντικός) κάνναι: καλαμωτός φράχτης

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία