Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κανόνι τα κανόνια
      γενική του κανονιού των κανονιών
    αιτιατική το κανόνι τα κανόνια
     κλητική κανόνι κανόνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανόνι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανόνι ουδέτερο

  1. πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση
  2. (μεταφορικά), εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό
  3. (μεταφορικά), εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία


ΣύνθεταΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία