Ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
το δέντρο κανέλα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κανέλα οι κανέλες
      γενική της κανέλας
    αιτιατική την κανέλα τις κανέλες
     κλητική κανέλα κανέλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
το μπαχαρικό κανέλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cannella < υστερολατινική cannella, υποκοριστικό του canna (καλάμι) < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο) < ακκαδική 𒄀 (qanû, καλάμι) < σουμεριακή 𒄀𒈾 (gi.na)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανέλα θηλυκό

  1. (βοτανική) μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
  2. (μπαχαρικό) αρωματικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία