Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γνήσιος γνήσια γνήσιο
γενική γνήσιου γνήσιας γνήσιου
αιτιατική γνήσιο γνήσια γνήσιο
κλητική γνήσιε γνήσια γνήσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γνήσιοι γνήσιες γνήσια
γενική γνήσιων γνήσιων γνήσιων
αιτιατική γνήσιους γνήσιες γνήσια
κλητική γνήσιοι γνήσιες γνήσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνήσιος < αρχαία ελληνική γνήσιος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ɣni.si.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /'ɣni.si.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /'ɣni.si.ɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γνήσιος, -α, -ο

  1. που έχει τα αυθεντικά χαρακτηριστικά του είδους του, την προέλευση ή την ποιότητα που του αποδίδεται, που είναι αυτό που πραγματικά δηλώνεται, χωρίς να έχει νοθευτεί και χωρίς να αποτελεί απομίμηση
  2. πηγαίος και ειλικρινής
  3. που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία