Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απομίμηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απομίμηση θηλυκό

  1. η κατασκευή ενός αντιγράφου που προσπαθεί να μιμηθεί ένα γνωστό πρωτότυπο έργο
  2. εμπορικό προϊόν που προσπαθεί να μιμηθεί το αντίστοιχο που κατασκευάζεται/παρασκευάζεται από γνωστές μεγάλες εταιρείες, συνήθως χαμηλότερης ποιότητας και τιμής από το γνήσιο
    συνώνυμα: μαϊμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία