Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαϊμού οι μαϊμούδες
      γενική της μαϊμούς των μαϊμούδων
    αιτιατική τη μαϊμού τις μαϊμούδες
     κλητική μαϊμού μαϊμούδες
όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαϊμού < μεσαιωνική ελληνική μαϊμού < τουρκική maymun < αραβική ميمون (maymūn)
 
Πράσινη μαϊμού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαϊμού θηλυκό

  1. μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
  2. (μεταφορικά) άσχημος ή κατεργάρης άνθρωπος
  3. (μεταφορικά) μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου
  4. (μεταφορικά) φτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία