Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

singe (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

singe (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

singe 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
singe singes

singe (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο πίθηκος, η μαϊμού
  2. (μεταφορικά) άσχημος, κακοφτιαγμένος άνθρωπος
  3. (λαϊκότροπο) το αφεντικό
  4. (οικείο) βοδινό κρέας σε κονσέρβα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • on n'apprend pas à un vieux singe à faire la grimace - δεν χρειάζεται να μαθαίνεις κόλπα σε κάποιον έμπειρο