Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αφεντικό τα αφεντικά
      γενική του αφεντικού των αφεντικών
    αιτιατική το αφεντικό τα αφεντικά
     κλητική αφεντικό αφεντικά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφεντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αφεντικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφεντικό ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία