Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γνησιότητα
γενική γνησιότητας
αιτιατική γνησιότητα
κλητική γνησιότητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνησιότητα < (καθαρεύουσα) γνησιότης < αρχαία ελληνική γνησιότης < γνήσιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γνησιότητα θηλυκό

  1. η αυθεντικότητα, η βεβαιωμένη μη πλαστή ή μη νόθα ταυτότητα ενός
    αντικειμένου, στοιχείου (είναι προς διερεύνηση η γνησιότητα του βίντεο που απεικονίζει...)
    γραπτού (Το "Περὶ πνεύματος" αποδόθηκε στον Αριστοτέλη, αλλά η γνησιότητά του αμφισβητείται)
  2. η ειλικρίνεια, η αυθεντικότητα στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά, το μη επίπλαστο, εκείνο που δεν είναι φτιαχτό, αποτέλεσμα υποκρισίας ή επιτήδευσης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία