Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνήσια < γνήσιος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

γνήσια

  1. με γνήσιο τρόπο, αληθινά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία