Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέρος < από την ιταλικό επίθετο vero (αληθινός) < από το λατινικό ουσιαστικό veritas (αλήθεια)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βέρος

  • ο αληθινός και γνήσιος με την έννοια κυρίως της καταγωγής, ο αυτόχθονας, ο γηγενής
είναι βέρος Θεσσαλονικιός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία