Arrows blue.png Δείτε επίσης: Βέρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βέρα οι βέρες
      γενική της βέρας
    αιτιατική τη βέρα τις βέρες
     κλητική βέρα βέρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέρα < βενετική vera < λατινική vera, θηλυκό του verus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βέρα θηλυκό

  1. το δαχτυλίδι του αρραβώνα ή του γάμου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία