Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακανόνιστος η ακανόνιστη το ακανόνιστο
      γενική του ακανόνιστου της ακανόνιστης του ακανόνιστου
    αιτιατική τον ακανόνιστο την ακανόνιστη το ακανόνιστο
     κλητική ακανόνιστε ακανόνιστη ακανόνιστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακανόνιστοι οι ακανόνιστες τα ακανόνιστα
      γενική των ακανόνιστων των ακανόνιστων των ακανόνιστων
    αιτιατική τους ακανόνιστους τις ακανόνιστες τα ακανόνιστα
     κλητική ακανόνιστοι ακανόνιστες ακανόνιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακανόνιστος < στερητικό α- + (κανονίζω) κανονισ- + -τος, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irrégulier)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.kaˈno.ni.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κα‐νό‐νι‐στος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακανόνιστος, -η, -ο

  1. ο ασύμμετρος, χωρίς τις αναμενόμενες αναλογίες σε χρόνους, μορφή, ρυθμό
    ακανόνιστοι παλμοί καρδιάς, ακανόνιστα χαρακτηριστικά
  2. που δεν ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο
  3. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο αρρύθμιστος
  4. (θρησκεία) που δεν συμφωνεί με τους κανόνες της εκκλησίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία