Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυπογραφία τυπογραφίες
γενική τυπογραφίας τυπογραφιών
αιτιατική τυπογραφία τυπογραφίες
κλητική τυπογραφία τυπογραφίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυπογραφία < νεολατινική typographia < αρχαία ελληνική τύπος + γράφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τυπογραφία θηλυκό

  1. η τέχνη και το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία πρωτοτύπων και την αναπαραγωγή πολλαπλών αντιγράφων κειμένου ή εικόνας με τη χρησιμοποίηση πιεστηρίου και μελανιού

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • αν και η έννοια, σήμερα, είναι συνυφασμένη με τη λιθογραφική εκτύπωση, στα άτομα που ασχολούνται με το αντικείμενο εξακολουθεί να διαφοροποιείται από αυτήν και να θεωρείται ως τυπογραφία μόνο η εκτύπωση με τη χρήση μεταλλικών τυπογραφικών στοιχείων ή και αράδων λινοτυπίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία