Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

typ (pl)

  1. ο τύπος, το είδος, η κατηγορία
  2. ο τύπος, το περίεργο άτομο
  3. ο τύπος, άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία
  4. (βιολογία) η συνομοταξία (phylum)