Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκτυπωτής οι εκτυπωτές
      γενική του εκτυπωτή των εκτυπωτών
    αιτιατική τον εκτυπωτή τους εκτυπωτές
     κλητική εκτυπωτή εκτυπωτές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκτυπωτής < εκτυπώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκτυπωτής αρσενικό

  1. (τεχνολογία) συσκευή που τυπώνει κείμενο ή εικόνες πάνω σε χαρτί, χαρτόνι ή διαφάνειες
  2. (τυπογραφία) ειδικευμένος τεχνίτης που είναι υπεύθυνος για την τυπωτική μηχανή
     συνώνυμα: τυπωτής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία