Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειδικευμένος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ειδικευμένος

  1. που ειδικεύτηκε, που έχει αποκτήσει ειδικές γνώσεις σε έναν τομέα, που είναι ειδικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία