Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρῶμαι < χρήομαι < χράω

  ΡήμαΕπεξεργασία

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας χρῶμαι
Παρατατικός ἐχρώμην
Μέλλοντας χρήσομαι
Αόριστος ἐχρησάμην
Παρακείμενος κέχρημαι
Υπερσυντέλικος ἐκεχρήμην

χρῶμαι

  1. κάνω χρήση, μεταχειρίζομαι, κατέχω
  2. κυβερνώ
  3. δοκιμάζω