Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλήθεια ἀληθεία ἀλήθειαι
Γενική ἀληθείας ἀληθείαιν ἀληθειῶν
Δοτική ἀληθεί ἀληθείαιν ἀληθείαις
Αιτιατική ἀλήθειαν ἀληθεία ἀληθείας
Κλητική ἀλήθεια ἀληθεία ἀλήθειαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀλήθεια < ἀληθής < α- στερητικό + λήθη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀλήθεια θηλυκό

  1. η αλήθεια
  2. η ειλικρίνεια

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία