Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η λήθη
      γενική της λήθης
    αιτιατική τη λήθη
     κλητική λήθη
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήθη < αρχαία ελληνική λήθη < λήθω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₂- (αποκρύπτω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λήθη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η λησμονιά, το σβήσιμο από τη μνήμη, το να μη θυμάσαι πια
  2. η λησμονιά, η κατάσταση κατά την οποία δεν σε θυμάται κανείς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία