Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λησμονώ < ελληνιστική κοινή (απαντά ο τύπος μετοχής λησμονηθέντες), συγγενές με το αρχαιοελληνικό λησμοσύνη και το λήθω / λανθάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.zmoˈno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λη‐σμο‐νώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

λησμονώ, πρτ.: λησμονούσα, στ.μέλλ.: θα λησμονήσω, αόρ.: λησμόνησα, μτχ.π.π.: λησμονημένος

  1. ξεχνώ
    Ό,τ’ έγινε έγινε· λησμόνα το, μουρμούρισε σκυμμένος απάνω στο κεφάλι της, μην έχοντας πια τη δύναμη να το σηκώσει. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία