Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεχνώ < ξεχνῶ < μεσαιωνική ελληνική ξεχάνω < ξε + χάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεχνώ

  • είχε ξεχάσει τον δρόμο και άργησε να έρθει
  • Δάσκαλοι πολιτικοί, που διαβάζεις τα μεγάλα τα λόγια τους, και ξεχνάς τα μικρά τα καμώματά τους (Αργύρης Εφταλιώτης, "Φυλλάδες του Γεροδήμου", 1897)
  • ξέχασα να αγοράσω λουλούδια για τα γενέθλιά σου
  • ξέχασαν να πάρουν μαζί τους τον χάρτη
  • (προστακτική) ξέχνα / ξεχάστε: πάψε / πάψτε να σας ενδιαφέρει ή να σας απασχολεί κάτι
  • ξέχνα ό,τι έγινε και συγκεντρώσου σε εμάς
  • Έβγα, Γαλάτεια, στη στεριά και μείνε και ξεχάσου όπως εδώ ξεχνάω κ' εγώ στο σπίτι να γυρίσω (Θεόκριτος, "Ειδύλλια", Κύκλωψ, απόδοση Ι. Πολέμη, 1911)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τον έχει ξεχάσει ο Χάρος: για κάποιον που ζει μολονότι έχει φτάσει σε πολύ βαθιά γεράματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία