Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πλασματικός πλασματική πλασματικό
γενική πλασματικού πλασματικής πλασματικού
αιτιατική πλασματικό πλασματική πλασματικό
κλητική πλασματικέ πλασματική πλασματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλασματικοί πλασματικές πλασματικά
γενική πλασματικών πλασματικών πλασματικών
αιτιατική πλασματικούς πλασματικές πλασματικά
κλητική πλασματικοί πλασματικές πλασματικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλασματικός < αρχαία ελληνική πλασματικός < πλάσμα < πλάσσω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλασματικός

  1. που είναι είτε αντικείμενο της φαντασίας είτε φτιαχτός

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία