Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πραγματικότητα οι πραγματικότητες
      γενική της πραγματικότητας των πραγματικοτήτων
    αιτιατική την πραγματικότητα τις πραγματικότητες
     κλητική πραγματικότητα πραγματικότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πραγματικότητα < πραγματικός + -ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πραγματικότητα θηλυκό

  1. η κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπάρχουν και όχι όπως τα φανταζόμαστε ή θα μπορούσαν να είναι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία